Φαση Καταστολης

Στη διάρκεια του φυσιολογικού κύκλου, μια ορμόνη που εκκρίνεται από τον υποθάλαμο, η GnRH επιδρά στην υπόφυση και εκκρίνει τις υποφυσιακές γοναδοτροπίνες, δηλαδή τις ορμόνες FSH (θυλακιοτρόπο ορμόνη) και LH (ωχρινοποιητική ορμόνη). Στην ωοθήκη υπό την επίδραση κυρίως της θυλακιοτρόπου ορμόνης (FSH) μία ομάδα από 8 - 12 ωοθυλάκια (μικρές κύστεις που περιέχουν ωάρια) αρχίζουν να ωριμάζουν. Την 8η περίπου ημέρα του κύκλου ένα από αυτά θα επικρατήσει και θα φτάσει υπό την επίδραση της ωχρινοτρόπου ορμόνης (LH) στην ωορρηξία μετά από 4 - 5 ημέρες. Τα υπόλοιπα ωοθυλάκια θα υποστρέψουν και θα γίνουν «ατρητικά». Με τα φάρμακα που χορηγούνται κατά την διάρκεια της διέγερσης του προγράμματος εξωσωματικής όλα τα ωοθυλάκια αυτά «σώζονται» από την ατρησία και ωριμάζουν. Τα φάρμακα αυτά είναι γοναδοτροπίνες συνθετικά παρασκευασμένες, ίδιες με εκείνες που εκκρίνει η γυναικεία υπόφυση στον εγκέφαλο. Την διέγερση των ωοθηκών παρακολουθούμε στενά με τη μέτρηση της οιστραδιόλης (Ε2) που παράγουν τα ωριμάζοντα ωοθυλάκια καθώς και με υπερηχογραφικό έλεγχο του μεγέθους τους. Για να πετύχουμε την πολλαπλή ανάπτυξη ωοθυλακίων πρέπει να ελέγχουμε απολύτως τις δόσεις των γοναδοτροπινών και αυτό επιτυγχάνεται καλύτερα όταν η υπόφυση δεν παράγει τις ορμόνες αυτές.

Η στρατηγική που ακολουθούμε είναι η εξής:
Στο πρώτο σκέλος της θεραπείας αναστέλλεται η παραγωγή γοναδοτροπινών από την υπόφυση FSH, LH (φάση καταστολής) και στο δεύτερο χορηγούνται συνθετικές γοναδοτροπίνες που βοηθούν την ωοθήκη να αναπτύξει πολλά ωοθυλάκια (φάση διέγερσης).

 


Φάση Καταστολής

Τα φάρμακα που χρησιμοποιούμε για διέγερση στην Eξωσωματική Γονιμοποίηση μπορεί να μπερδέψουν το σώμα σας, με αποτέλεσμα την πρόωρη και συχνά λανθασμένη έκκριση της LH. Ωάρια που εκτίθενται στην LH σε λάθος χρόνο, μπορεί να μη γονιμοποιηθούν. Για να το αποφύγουμε αυτό χορηγούμε τα λεγόμενα «ανάλογα» της GnRH πριν την έναρξη των φάρμακων διέγερσης. Tα παραπάνω φάρμακα σταματούν (καταστέλλουν) τελείως την έκκριση της LH για όσο διάστημα χορηγούνται. Όταν σταματήσετε το φάρμακο, η υπόφυση και επομένως ο κύκλος σας ξαναγυρνούν στη φυσιολογική τους λειτουργία. 

Oι παρενέργειες των φαρμάκων αυτών είναι σχετικά μικρές και τελείως αθώες. Εκδηλώνονται με πονοκέφαλο, εξάψεις, εφιδρώσεις κ.τ.λ. Επίσης, ενώ παίρνετε το φάρμακο, είναι πιθανόν να δείτε για λίγες ημέρες μετά το σταμάτημα της περιόδου σας μια επιπλέον άτυπη περίοδο, που είναι όμως αναμενόμενη και δεν θα πρέπει να σας ανησυχήσει καθόλου. Τα ανάλογα που θα χρησιμοποιήσετε έχουν τις φαρμακευτικές ονομασίες Suprefact, Daronda ή Arvekap και κυκλοφορούν σε μορφή υποδορίων ενέσεων. Τα δραστικά τους συστατικά είναι παρόμοια. Έχουν χορηγηθεί σε χιλιάδες γυναίκες, σε διάστημα πάνω από δεκαπέντε χρόνια, χωρίς να έχουν παρατηρηθεί καρκινογόνες ή άλλες σοβαρές παρενέργειες. Θα σας προσδιορίσουμε το είδος και την δόση χορηγήσεως του αναλόγου πριν την έναρξη του προγράμματος.

Εφ' όσον ξεκινήσατε τις ενέσεις Suprefact, Daronda, ή Arvekap, δεν τις σταματάτε, μέχρι την στιγμή της «μεταμεσονύχτιας ένεσης» (Pregnyl, Profasi ή Ovitrelle). Η συνήθης διάρκεια της φάσης καταστολής είναι 10 - 15 μέρες. Σε ένα ποσοστό 15% περίπου των γυναικών μπορεί να χρειαστεί να παραταθεί η χορήγηση των αναλόγων για διάστημα μεγαλύτεροαπό δυο εβδομάδες προκειμένου να επιτευχθεί η καταστολή των ωοθηκών. Αυτό οφείλεται συνήθως στη δημιουργία λειτουργικής κύστης των ωοθηκών, η οποία εκκρίνει οιστρογόνα. Οι κύστεις αυτές αντιμετωπίζονται πολύ εύκολα με απλή διακολπική αναρρόφηση, πριν αρχίσει η έναρξη των ενέσεων διέγερσης.
 

Ανάλογα με την διάρκεια χορηγήσεως του αναλόγου GnRH τα θεραπευτικά πρωτόκολλα που χρησιμοποιούμε είναι κυρίως δύο: το μακρύ (long) και το βραχύ (short).


Εάν ακολουθείτε το μακρύ πρωτόκολλο, θα πρέπει να αρχίσετε την θεραπεία της καταστολής συνήθως την εικοστή πρώτη (ή τη δεύτερη) ημέρα του κύκλου. Υπενθυμίζουμε ότι «πρώτη» ημέρα του κύκλου (πρώτη ημέρα περιόδου) θεωρείται η ημέρα κατά την οποία είδατε το πρώτο κόκκινο αίμα. Για να έχουμε ένα σταθερό σημείο αναφοράς, εάν η περίοδος έρθει μέχρι τα μεσάνυχτα (έστω και στις 11.30 το βράδυ) θεωρούμε ότι πρόκειται για την πρώτη ημέρα. Τότε θα πρέπει να τηλεφωνήσετε στη ΒιοΔημιουργία για να ενημερώσετε ότι αρχίσατε τη θεραπεία καταστολής και ότι ήρθε η περίοδος και για να ορίσετε την επόμενη επίσκεψή σας στη μονάδα.

Σύμφωνα με το μακρύ πρωτόκολλο, θα αρχίσετε την καταστολή συνήθως την 21η ημέρα του κύκλου και θα έρθετε στη μονάδα στο τελείωμα της περιόδου σας. Αν αρχίσετε την καταστολή την 2η ημέρα του κύκλου θα πρέπει να έλθετε στην μονάδα περίπου 10 - 15 ημέρες αργότερα. Τότε θα εξετάσουμε τη μήτρα και τις ωοθήκες με κολπικό υπερηχογράφημα και θα σας πάρουμε αίμα για να ελέγξουμε τα επίπεδα της οιστραδιόλης (Ε2), για να διαπιστώσουμε την πρόοδο της καταστολής. Εάν η καταστολή των ωοθηκών δεν είναι επαρκής, θα συνεχίσετε τη λήψη του αναλόγου για μία ακόμη εβδομάδα, οπότε και θα επαναλάβουμε τη μέτρηση της οιστραδιόλης. Το αργότερο μέχρι εκείνη την ημέρα, ο σύζυγος θα πρέπει να μας έχει χορηγήσει ένα δείγμα σπέρματος, ώστε να ελέγξουμε τον αριθμό και την κινητικότητα των σπερματοζωαρίων.

Εάν ακολουθείτε το βραχύ πρωτόκολλο, αρχίζετε τη λήψη του ανάλογου τη δεύτερη ημέρα της περιόδου. Πρέπει να προσέλθετε στη ΒιοΔημιουργία την ίδια ημέρα για να εξετάσουμε τη μήτρα και τις ωοθήκες με υπερηχογράφημα και για να σας πάρουμε αίμα για τη μέτρηση της οιστραδιόλης. Στην περίπτωση αυτή, δεν χρειάζεται να παρέλθει δεκαπενθήμερο: η διέγερση θα αρχίσει την ίδια ή την επόμενη ημέρα (δεύτερη ή τρίτη ημέρα της περιόδου).

Εναλλακτικά, μπορούμε να χορηγήσουμε τους λεγόμενους «ανταγωνιστές» της GnRH. Τα σκευάσματα τα οποία θα χρησιμοποιήσετε, κυκλοφορούν επίσης σε μορφή υποδορίων ενέσεων και έχουν τις φαρμακευτικές ονομασίες Cetrotide και Orgalutran. Το πρωτόκολλο αυτό έχει πολλές ομοιότητες με το κλασικό βραχύ πρωτόκολλο. Η κύρια διαφορά είναι ότι οι ανταγωνιστές χορηγούνται μετά την 6η μέρα του προγράμματος διέγερσης καθημερινά, μέχρι τη στιγμή της «μεταμεσονύχτιας ένεσης». Στην περίπτωση αυτή δηλαδή, αρχίζετε πρώτα τη διέγερση και μετά την καταστολή.

Το βασικό πλεονέκτημα των ανταγωνιστών είναι ότι μειώνεται σημαντικά ο αριθμός των υποδόριων ενέσεων που πρέπει να χορηγηθούν για την καταστολή.