IMSI (Eνδοκυτταροπλασματικη Εγχυση Μορφολογικα Επιλεγμενων Σπερματοζωαριων)

Τα τελευταία χρόνια  μαζί με την καθιερωμένη μέθοδο της ενδοκυτταροπλασματικης ένεσης σπερματοζωαρίων (ICSI) μια καινούργια τεχνική εξελίχθηκε η οποία μας επιτρέπει την καλύτερη επιλογή των σπερματοζωαρίων πριν την εγχυση τους στα ωάρια. Η τεχνική αυτή ονομάζεται ενδοκυτταροπλασματική ένεση μικροσκοπικά επιλεγμένων σπερματοζωαρίων (Intracytoplasmic Morphologically selected Sperm Injection: IMSI) και αποτελεί στην ουσία εξέλιξη της ICSI.

Στην IMSI χρησιμοποιούνται μικροσκόπια με ειδικούς φακούς πολύ μεγαλύτερης μεγέθυνσης (περίπου Χ6000) από αυτή που συνήθως χρησιμοποιούμε στην “κλασσική” μικρογονιμοποίηση (Χ200-Χ400) οι οποίοι μας επιτρέπουν να παρατηρησουμε μορφολογικές αλλοιώσεις στα σπερματοζωαρια, μεχρι τώρα “αόρατες” με τα μέσα που διαθέταμε. Ετσι, επιλέγονται ακριβέστερα τα πιο φυσιολογικά σπερματοζωάρια που θα χρησιμοποιηθούν και αξιοποιούνται καλύτερα τα ωάρια που έχουν παραχθεί στην προσπάθεια της εξωσωματικής. H μορφολογία του σπερματοζωαρίου φαίνεται να σχετίζεται με την ποιότητα του γενετικού του υλικού άρα και με τη δυνατότητα του, όταν γονιμοποιήσει ένα φυσιολογικό ωάριο, να μας δώσει ένα υγιές, εμφυτεύσιμο έμβρυο.

Πράγματι, σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία, συγκρίνοντας τα αποτελέσματα ανάμεσα σε περιστατικά που εφαρμόστηκε η IMSI και σε άλλα στα οποία έγινε μόνο η ”κλασσική” μικρογονιμοποίηση, φαίνεται πως στην πρώτη περίπτωση έχουμε μεγαλύτερο ποσοστό εμβρύων που φτάνουν στο στάδιο της βλαστοκύστης, αυξημένο ποσοστό κλινικών κυήσεων και μειωμένη πιθανότητα αποβολών.

Ετσι, η εφαρμογή της μεθόδου αυτής φαίνεται ιδιαίτερα χρήσιμη σε ζευγάρια με υψηλό ποσοστό άτυπων μορφών σπερματοζωαρίων (τερατοζωοσπερμία), αυξημένο ποσοστό κατακερματισμένου DNA στα σπερματοζωάρια (DNA fragmentation) ή ιστορικό αποβολών / βιοχημικών κυήσεων σε συνδυασμό με πτωχή ποιότητα σπέρματος.